Showing posts with label Poetry. Show all posts
Showing posts with label Poetry. Show all posts

Friday, June 08, 2007

Friday

"I don't care if Μonday's blue
Tuesday's grey and Wednesday too
Thursday I don't care about you
It's Friday I'm in love
Monday you can fall apart
Tuesday Wednesday break my heart
Thursday doesn't even start
It's Friday I'm in love..."



Το διάβασα κάπου και μου άρεσε!

Thursday, April 19, 2007

Για την παγκόσμια μέρα ποίησης, σε μια στάση μετρό

[...] πέστε μου
πόσοι νοσταλγοί
ζήτησαν να γυρίσουν
κι' όμως
στο τέλος
δεν το έπραξαν
μην ξανανοσταλγήσουν

Εγγονόπουλος

Friday, January 26, 2007

Oscar Wilde

Αποσπάσματα απο το ποίημα
"The ballad of Reading Gaol"



He did not wear his scarlet coat,
For blood and wine are red,
And blood and wine were on his hands
When they found him with the dead,
The poor dead woman whom he loved,
And murdered in her bed.

He walked amongst the trial men
In a suit of shabby grey;
A cricket cap was on his head,
And his step seemed light and gay;
But I never saw a man who looked
So wistfully at the day.

I never saw a man who looked
With such a wistful eye
Upon that little tent of blue
Which prisoners call the sky,
ANd at every drifting cloud that went
With sails of silver by.

I walked with other souls in pain,
Within anohter ring,
And was wondering if the man had done
A great or little thing,
When a voice behind me wispered low,
"Than fellow's got to swing"

Dear Christ! the very prison walls
Suddenly seemed to reel,
And the sky above my head became
Like a casque of scorcing steel;
And, though I was a soul in pain,
My pain I could not feel.

I only knew what hunted thought
Quickened his step, and why
He looked upon the garish day
With suh a wistful eye;
The man had kiled the thing he loved,
And so he had to die.

***

Yet each man kills the thing he lovew,
By each let this be heard,
Aome do it with a bitter look,
Some woth a flattering word,
The coward doew it woth a kiss,
The brave man with a sword!

Some kill their love when they are young,
And some when they are old;
Some strangle with the hands of lust,
Some with the hands of gold:
The kindest use a knife, because
The dead so soon grow cold.

Some love too little, some too long,
Some sell, and others buy;
Some do the deed with many tears
And some without a sigh:
For each man kills the thing he loves,
Yet each man does not die.

He does not die a death of shame
On a day of dark disgrace,
Nor have a noose about his neck,
Nor a cloth upon his face,
Noe drop feet foremost through the fllor
Into an empty space.

[...]


Ah! happy they whose hearts can break
And peace of pardon win!
How else may man make straight his plan
Ans cleanse his soul from sin?
How else but through a broken heart
May Lord Christ enter in?

***

And he of the swollen purple throat,
And the stark and staring eyew,
Waits for the holy hands that took
The thief to Paradise;
And a broken and a sontrite heart
The Lord will not despise.

The man in red who reads the law
Gave him three weeks of life,
Three little weeks in which to heal
His soul of hit soul's strife,
And cleanse from every blot of blood
The hand that held the knife.

And with tears of blood he cleansed the hand,
The hand that held the steel:
For only blood can wipe oyt blood,
And only tears can heal:
And the crimson stain than was of Cain
Became Christ's snow-white seal.

Sunday, January 14, 2007

Κωσταντίνος Καβάφης- Επιλογές

ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ

Σαν έξαφνα μεσάνυχτ' ακουσθεί
αόρατος θύασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -
την τύχη σου που ενδίδει πιά, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες μη ανωφέλητα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος απο καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου'
μάταιες ελπίδες τέτοιες μη καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος απο καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
και άκουσε με συγκίνηση, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυση τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.



ΚΕΡΙΑ



Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα-

χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων'
τα πιο κοντάβγάζουν καπνόν ακόμη,

κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω' με λυπεί η μοερφή των,
και με λυπεί το πρώτο φώς των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.


Δε θέλω να γυρίσω, να μη διώ και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,

τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.



ΣΤΑ 200 Π.Χ.

"Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλήν Λακεδαιμονίων-"

Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ' αδιαφόρησαν παντάπασι στη Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. "Πλήν Λακεδαιμονίων",
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να του προστάζουν

σαν πολίτιμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς

Σπαρτιάτη βασιλέα για αρχηγό

δεν θα τους φαίνόταν πολλής περιωπής.
Α βεβαιότατα "πλήν Λακεδαιμονίων".


Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

Έτσι, πλήν Λακεδαιμονίων στο Γρανικό'
και στην Ισσό μετά' και στην τελειωτική

την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός

που στ' Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ' τ' Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κ' εσαρώθη.


Κι απ' την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη
την περιλάλητη, την δοξασμένη

ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη : βγήκαμ' εμείς'
ελληνικός καινούργιος κόσμος, μέγας.

Εμείς' οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,

οι Σελευκείς, κ' οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτουκαι Συρίας,

κ' οι εν Μηδία, κ' οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικρατείες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ως μεσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!



ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ' ένας γέρος'
με μιάν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μές στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμη και λόγο, κ' εμορφιά.

Ξέρει πού γέρασε πολύ' το νιώθει, το κυττάζει.
Κ' εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα'
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα- τί τρέλλα!-
την ψεύτρα που έλεγε: "Αύριο. Έχεις πολύν καιρό".

Θυμάται ορμές που βάσταγε' και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
καθ' ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

...Μα απ' το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.



ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινησεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Κωστής Παλαμάς- Επιλογές

Από τον "Τάφο"

"...Ώ καημέ ανιστόρητε

κι ώ μέγα καρδιοχτύπι,
πάντα να τον καρτεράς
κάποιον που πάντα λείπει!"

Από τη συλλογή "Οι καημοί της λιμνοθάλασσας"

Η ΝΙΟΠΑΝΤΡΗ

Θυμάμαι βραχοστύλωτο χωριό την Κατοχή,
πιό ταπεινό κι αντίπερα το πράσινο Νιοχώρι,
στη μέση, του Ασπροπόταμου πλατιά την ταραχή,
θυμάμαι την περαταριά και του παπά την κόρη.

Και πιο πολύ το σπίτι σου και την ολονυχτιά
και το κρουστό σου το κορμί και το μελένιο στόμα,
και τη ματιά σου, νιόπαντρη, του πόθου σα
ϊτιά.
Κάνω σου τ' όνομα να πώ, μού καίει τ' αχείλι ακόμα.

Αφιέρωμα στον Καρυωτάκη- Ιστορικά, Θρησκευτικά

ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΕ ΒΑΣΙΛΙΑ!

Και ρίχτηκε με τ' άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια.
Το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα
και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια
εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.

Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ' αγνό το μέτωπό του
θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ' αγκαλιάζει.
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.
Μα μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.

Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα,
ένας Τιτάν π' ακόμα χθές εστόλιζε ένα θρόνο,
κι εσφάλισε, ωιμένανε, για πάντα αυτό το στόμα
που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν' ελπίδες μόνο.

Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
Ένα πρωί, απ' τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
θενά προβάλει λαμπερός μια ς Λευτεριάς χαμένης
ο ασημένιος ήλιος. Ω δοξασμένη μέρα!



ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ

Κι ακλούθησε του Γολγοθά το δρόμο
φορώντας αγκαθένιο ένα στεφάνι
κι ένα σταυρό σηκώνοντας στον ώμο.
Αυτός που' ρθε να ζήσει, να πεθάνει,
προς την Αλήθεια για ν' ανοίξει κάποιο δρόμο.

Να Του καρφώσουν άφησε τα χέρια
και σα ληστή με τους ληστές κοιτούσε
να Τον κοιτάνε οι ματιές σαν μαχαίρια.
Αυτός, που τη χαρά μόνο σκορπούσε
και μοναχά για να βλογάει είχε τα χέρια.

Σαν άνθρωπος στα νύχια του θανάτου
παράδερνε, σαν άνθρωπος τη φύση
εχάιδεψε με τη στερνή ματιά Του.
Αυτός, που είχε τη ζωή στον κόσμο χύσει
και που ήταν πάνω από τους νόμους του θανάτου.

Αφιέρωμα στον Καρυωτάκη- Ποιήματα που έμειναν στα περιοδικά

ΑΝΤΙΘΕΣΙΣ


Όταν το θείο γέλιο σου στα χείλη σου ανθίζει

κι αστράφτει μες στα μάτια σου η κάθε ηδονή,

όταν την ώρια σου μορφή τρελή χαρά στολίζει

και ξεφωνίζεις εύθυμα γλυκειά μου καστανή


τότε εγώ ο δύστυχος, του έρωτος ρημάδι,

σε δάκρυα τον πόνο μου αφήνω να ξεσπά·

το κάθε τι μου φαίνεται μαύρο σαν το σκοτάδι

και λέω με παράπονο : «Άλλονε αγαπά».


ΦΙΛΗΜΕΝΗ


Καθόμαστε αμίλητοι – θυμήσου, κοπελιά μου -

ερόδιζες από ντροπή – αλήθεια ‘ναι ή ψέμα; -

κι άφηνες το κεφάλι σου να σιγογείρει χάμου

όταν το βλέμμα σ’ έσμιξε με το δικό μου βλέμμα.


Σου ζήτησα ο άμοιρος ένα φιλί μονάχα·

εσύ μου το αρνήθηκες με τη γλυκειά φωνή σου

κι έγειρες το κεφάλι σου – να το θυμάσαι τάχα; -

μα εγώ το «ναι» εδιάβασα στα μάτια στη μορφή σου.


Σ’ αγκάλιασα, σε φίλησα χωρίς να σε ρωτήσω·

εσύ φαινόσουν, πονηρή, πως ήσουν θυμωμένη

και να ξεφύγεις ήθελες... μα όχι να σ' αφήσω.

Εγλίστρησες και μου' φυγες... Εισ' όμως φιλημένη.



Αφιέρωμα στον Καρυωτάκη- Ελεγεία και σάτιρες

Ελεγεία και σάτιρες

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση

και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.

Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,

κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.


Το θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου.

Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,

κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου,

στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.


Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,

δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε,

καθώς τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,

κι όταν φέρουν το μήνυμα, δεν είναι πια καιρός.



ΦΘΟΡΑ

Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων

και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο χρόνος με το πόδι.



ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ

Ήταν ωραία ως σύνολο τα επιστημονικά

βιβλία, οι αιματόχρωμες εικόνες τους, η φίλη

που αμφίβολα κοιτάζοντας, εγέλα μυστικά·

ωραίο κι ό,τι μας έδιναν τα φευγαλέα της χείλη…


Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση

επιμονή, που ανοίξαμε να μπει σαν κυρία

η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.

Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.


Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,

βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.

Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,

το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στο χέρι του Θεού.


Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,

Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,

ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία

- ω κωμωδία!- το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την αχλύ.


… Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,

στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν

γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη

κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.


ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ


Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα,

παίρνουν τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,

διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν

για τελευταία φορά τα βήματά τους.


Ήταν η ζωή τους, λένε τραγωδία.

Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,

τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία

των ουρανών, η ερημιά των τόπων.


Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε

τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,

τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,

τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.


Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να’ το

σύντομο, απλό, βαθύ καθώς ταιριάζει,

αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο

για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.


Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,

ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,

«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,

πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.

Αφιέρωμα στον Καρυωτάκη- Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων


ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,

ίσως γιατί έπρεπε να δακρύσει,

ίσως γιατί οι συμφορές έρχονται.


Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι,

απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.

Δε βρέχει πια. Και η κόρη αποσταμένη

στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.


Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη·

κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,

στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει

το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη.


Ξεφεύγανε απ’ το σύννεφον αχτίδες

και κρύβονται στα μάτια της, τη βρέχει

μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες


που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια,

και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει,

καθώς χαμογελά στον ήλιο αγνάντια.



ΑΓΑΠΗ

Κι ήμουν στο σκοτάδι, Κι ήμουν στο σκοτάδι.

Και με είδε μια αχτίδα.


Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της

κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.

Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,

πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!


Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι

δεν είμαι πλέον ο ναυαγός ο μόνος,

κι ελύγισα, σαν από τρυφερότη,

εγώ, που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.


Saturday, January 13, 2007

Don't quit

"When things go wrong, as they sometimes will,

when the road you're trudging seems all up hill,

when the funds are low and the debts are high

and you want to smile, but you have to sigh,

when care is pressing you down a bit,

rest, of you must, but don't you quit.

Life is queer with its twists and turns,

as everyone of us sometimes learns,

and many a failure turns about,

when we might have won had he stuck it out;

don't give up though the pace seems slow-

you may succeed with another blow.

Success is failure turned inside out-

the silver tint of the clouds of doubt,

and you never can tell how close you are,

it may be near when it seems so far;

so stick to the fight when you're hardest hit-

it's when things seem worst that you must not quit."