Sunday, January 14, 2007

Αφιέρωμα στον Καρυωτάκη- Ελεγεία και σάτιρες

Ελεγεία και σάτιρες

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση

και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.

Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,

κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.


Το θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου.

Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,

κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου,

στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.


Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,

δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε,

καθώς τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,

κι όταν φέρουν το μήνυμα, δεν είναι πια καιρός.



ΦΘΟΡΑ

Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων

και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο χρόνος με το πόδι.



ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ

Ήταν ωραία ως σύνολο τα επιστημονικά

βιβλία, οι αιματόχρωμες εικόνες τους, η φίλη

που αμφίβολα κοιτάζοντας, εγέλα μυστικά·

ωραίο κι ό,τι μας έδιναν τα φευγαλέα της χείλη…


Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση

επιμονή, που ανοίξαμε να μπει σαν κυρία

η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.

Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.


Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,

βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.

Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,

το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στο χέρι του Θεού.


Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,

Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,

ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία

- ω κωμωδία!- το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την αχλύ.


… Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,

στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν

γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη

κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.


ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ


Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα,

παίρνουν τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,

διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν

για τελευταία φορά τα βήματά τους.


Ήταν η ζωή τους, λένε τραγωδία.

Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,

τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία

των ουρανών, η ερημιά των τόπων.


Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε

τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,

τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,

τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.


Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να’ το

σύντομο, απλό, βαθύ καθώς ταιριάζει,

αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο

για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.


Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,

ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,

«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,

πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.

No comments: